ἐφάμαρτος

ἐφάμαρτος [ᾰμ], ον,
A sinful, Eust.1365.40. [full] ἐφαμάω, v. ἐπαμάομαι.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφάμαρτος — ἐφάμαρτος, ον (Μ) [εφαμαρτάνω] 1. αυτός που αποδοκιμάζεται από την ηθική, ο σφαλερός, ο ανήθικος («ἐφάμαρτος συνήθεια», Στουδ. Θεόδ.) 2. (για πρόσ.) αυτός που έχει υποπέσει σε σφάλμα, σε παράπτωμα, ο αμαρτωλός 3. το ουδ. ως ουσ. τo ἐφάμαρτον η… …   Dictionary of Greek

  • ἐφάμαρτος — sinful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφάμαρτον — ἐφάμαρτος sinful masc/fem acc sg ἐφάμαρτος sinful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμάρτοις — ἐφάμαρτος sinful masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμάρτου — ἐφάμαρτος sinful masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμάρτους — ἐφάμαρτος sinful masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφάμαρτα — ἐφάμαρτος sinful neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.